Τα κωλύματα διορισμού στο Δημόσιο απαριθμούνται αποκλειστικά και εξαντλητικά στο άρθρο 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα.
Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να διοριστούν ως δημόσιοι υπάλληλοι, οι εξής κατηγορίες:
α) Όσοι καταδικάσθηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, καθ΄
υποτροπή συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.β) Οι υπόδικοι που έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή για πλημμέλημα της περίπτωσης α΄, έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί.
γ) Όσοι, λόγω καταδίκης, έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή.
δ) Όσοι τελούν υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) και υπό τις δύο αυτές καταστάσεις
ε) Όσοι απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση.
Όπως αναφέρει η Μαριάννα Καρούζου, Δικηγόρος, με εξειδίκευση σε θέματα διοικητικού, ιδίως δημοσιοϋπαλληλικού και πειθαρχικού δικαίου: «Από τα άνω συνάγεται ότι η παραίτηση, δηλαδή, η εκούσια λύση υπαλληλικής σχέσης και απώλεια της υπαλληλικής ιδιότητας, δεν αποτελεί κώλυμα για επόμενη συμμετοχή του παραιτηθέντος σε διαγωνισμό ή προκήρυξη για διορισμό στο Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και επομένως, ούτε για τον μελλοντικό διορισμό του σε θέση δημοσίου υπαλλήλου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιό σας